Η μοναξιά του γιατρού
Ένα συγκλονιστικό κείμενο της Αθηνάς Βαδαλούκα*

Ζορμπάς: Γιατί πεθαίνουν οι νέοι; Γιατί να πεθαίνει οποιοσδήποτε άνθρωπος, πες μου;
Λόγιος: Δεν ξέρω.
Ζορμπάς: Τι χρησιμεύουν όλα τα καταραμένα βιβλία σας; Αν δεν σου λένε αυτό, τι στο διάβολο σου λένε;
Λόγιος: Μου λένε για την αγωνία των ανθρώπων που δεν μπορούν ν΄ απαντήσουν σ΄ ερωτήσεις όπως οι δικές σου.

Όπως ακριβώς ο Ζορμπάς, αναρωτιόμουν και γω ποιο ήταν το νόημα της συγγραφής ενός ακόμη “καταραμένου βιβλίου” που δεν δίνει απαντήσεις και, όπως ο λόγιος στο παραπάνω απόσπασμα, μπορώ να πω “Δεν ξέρω γιατί πεθαίνουν αλλά ξέρω ότι τα βιβλία αυτά λένε για την αγωνία των ανθρώπων που δεν μπορούν να απαντήσουν σ΄ ερωτήσεις όπως οι δικές σου”.

Τολμούμε να μπούμε σε μια μακρινή χώρα που συνορεύει με τον παράδεισο και την κόλαση, μαθαίνουμε χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους για να λέμε “Δεν ξέρω” και μαθαίνουμε να ζούμε με κάτι λιγότερο από απαντήσεις, με κάτι περισσότερο από απέραντη σιωπή. Και φυσικά, αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς που δουλεύουμε με ετοιμοθάνατους ανθρώπους και μ΄΄εκείνους που τους αγαπούν. Υπάρχει ένα αίσθημα αγωνίας όταν δεν μπορείς να δώσεις απάντηση, όχι μόνο για εκείνους που υποφέρουν, αλλά και για εκείνους που μοιράζονται την ερώτηση, όπως μπορεί να υπάρχει και μια απέραντη μοναξιά όταν πρέπει να πεις “δεν ξέρω” σε κάποιον που πονάει. Οι περισσότεροι από εμάς που ασχολούμαστε με τον ασθενή τελικού σταδίου, παρ΄ όλο που η λογική σκέψη μάς υπαγορεύει ότι, ούτως ή άλλως, οι απαντήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν είναι ελάχιστες, φοβόμαστε πολύ και ντρεπόμαστε μυστικά, επειδή δεν έχουμε να προσφέρουμε απαντήσεις.

Το θετικό σημείο της διεπιστημονικής ομάδας και η σωτηρία για εκείνους από εμάς που εργάζονται σ΄ αυτές τις συνθήκες είναι ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε “δεν ξέρω” ολομόναχοι. Κατά ένα μέρος, επιβιώνουμε επειδή αντιδρούμε από κοινού και το μεγαλύτερο μέρος της απάντησής μας είναι η ολομέτωπη, συνδυασμένη αντίδραση που αποκαλούμε ανακουφιστική αγωγή: ένας συνδυασμένος επαγγελματισμός που περιλαμβάνει τον έλεγχο των συμπτωμάτων, τη νοσηλευτική φροντίδα, την παροχή συμβουλών, την πνευματική συμπαράσταση και όλες τις άλλες υπηρεσίες υποστήριξης που παρουσιάζονται σ΄ αυτό το βιβλίο και ακόμη περισσότερες απ΄ αυτές. Δεν επιχειρούμε να δώσουμε κάποια εξήγηση, όμως είναι μια αντίδραση που προσεγγίζει την απάντηση. Η κατανόηση αυτής της κοινής και ολόπλευρης αντίδρασής μας θα πρέπει να μας βοηθήσει να αντισταθούμε στην καθιέρωση μιας επαγγελματικής ιεραρχίας και στην ανάπτυξη ενός πνευματικού ή διανοητικού σνομπισμού. Η αντίδραση από κοινού, μάς φαίνεται οτι δημιουργεί μια “ατμόσφαιρα” που υπερνικά τα ερωτήματα και δείχνει ότι οι μεταφυσικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις μπορούν, εν μέρει, να απαντηθούν μέσω πολύ κοινότοπων καναλιών. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι η αγάπη του Θεού μπορεί να μεταδοθεί με μία ένεση ή από τον τρόπο που σερβίρεται ένα φλιτζάνι τσάι. Ο τρόπος με τον οποίο ακούμε κάποιον άνθρωπο και η προσοχή με την οποία δεχόμαστε τις ερωτήσεις του είναι οπωσδήποτε ένα είδος απάντησης. Η αρμόζουσα αντίδραση δίνει αξία και σπουδαιότητα τόσο στην ερώτηση όσο και σ΄ αυτόν που την υποβάλλει. Το να επιμείνουμε στην αναζήτηση μιας απάντησης σ΄ ένα αδιέξοδο ερώτημα είναι ταυτόσημο με τη συμπαράσταση στον πόνο, που ο άνθρωπος ο οποίος υποβάλλει το ερώτημα ήδη γνωρίζει ότι είναι αναπάντητο, τουλάχιστον με την έννοια που δίνει ο Ζορμπάς στην απάντηση. Αυτό που είναι σημαντικό, είναι το μοίρασμα της ερώτησης και η διεπιστημονική ομάδα αντιπροσωπεύει μια απόπειρα έκφρασης βαθιάς συμπάθειας σ΄ένα ιδιαίτερο επίπεδο, τόσο με την ανθρώπινη, όσο και με την επαγγελματική αντίδρασή της.

Το να μην αφήνουμε τον ασθενή μόνο με τα ερωτήματά του, όπως και το να μη βρισκόμαστε μόνοι με την απάντηση, είναι αφενός περισσότερο αποτελεσματικό και αφετέρου αποτελεί μηχανισμό επιβίωσης.

‘Όταν δεν μπορούμε να βρούμε απάντηση δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να βρούμε λύση. Ο φόβος μας, όταν αντιμετωπίζουμε την αγωνία των ανθρώπων που αγωνιζόμαστε να φροντίσουμε, προκύπτει συνήθως από την απαίτηση του Ζορμπά για μια εξήγηση, μια ρητή επιχειρηματολογημένη απάντηση στα υπέρτατα ερωτήματα της ζωής. Και όπως και κείνος που υποβάλλει την ερώτηση, γνωρίζουμε οτι η απαίτηση αυτή είναι υπερβολική. Εμείς δεν χρειάζεται να παραιτηθούμε, αφού φυσικά δεν βρίσκουμε την απάντηση, αλλά με κάποιον τρόπο να αντιδράσουμε, γνωρίζοντας πως δεν μπορούμε να λύσουμε την απορία αλλά σίγουρα μπορούμε να βοηθήσουμε και να συμπαρασταθούμε στην αγωνία αυτού που κάνει την ερώτηση.

Γι΄ αυτή τη συμπαράσταση έχουμε ήδη όλα τα απαραίτητα εργαλεία: την επιστήμη και την καλοσύνη, τη δεξιοτεχνία και την ευγένεια, την αντικειμενικότητα και την κοινή ταπεινοφροσύνη που, εναρμονισμένα από μια διεπιστημονική ομάδα, συνιστούν μια απάντηση που γίνεται αντιληπτή. Ίσως να είναι μια ακατάστατη αρμονία και ποτέ μια ολότητα, φαίνεται όμως πως δημιουργεί τελικά ένα σύνολο και υποψιάζομαι ότι γίνονται αντιληπτά πολύ περισσότερα απ΄ όσα νομίζουμε ότι λέμε.

Η συμφωνία μας με τον ασθενή που λέει “είναι τόσο άδικο” προσφέρει κάποια γαλήνη στην προσωπική του απάντηση και υπάρχει μια παράξενη αίσθηση λογικής στην επιβεβαίωση της έλλειψης λογικής. Όλοι ξέρουμε ότι τα μεγάλα “γιατί” είναι αναπάντητα με όρους σαφών απαντήσεων, αλλά η συνδυασμένη αντίδραση της διεπιστημονικής ομάδας μπορεί και συχνά το καταφέρνει, να δώσει νόημα σ΄ ένα ακατανόητο μαρτύριο. Η απάντηση “η ζωή φαίνεται να είναι τόσο άδικη” μεταφέρει την έρευνα στο σημείο που βρίσκεται ο ασθενής, ενώ η αναζήτηση ή η προσπάθεια να περιβληθεί η κατάστασή του με κάποια έννοια δικαίου, μάλλον δημιουργεί περισσότερο πόνο.

Όταν μια νεαρή μητέρα μου είπε ουρλιάζοντας “Γιατί, γιατί πεθαίνω; Τι θα γίνουν τα παιδιά μου; Ήμουν οχτώ χρονών όταν πέθανε η μητέρα μου” γνώριζε ότι δεν ήμουν σε θέση να της απαντήσω, όμως μου ζητούσε μια αντίδραση πολύ βαθύτερη από μια απάντηση.

Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με την παρηγοριτική φροντίδα ασθενών τελικού σταδίου, ιδρύοντας και οργανώνοντας το “Κέντρο Πόνου και Ανακουφιστικής Αγωγής Καρκινοπαθών Ασθενών” στο Αρεταίειο Νοσοκομείο (1989), βασανιζόμουν από τα ίδια αγωνιώδη ερωτήματα του Ζορμπά. Η κραυγή και η απελπισία αυτών των ανθρώπων με έκαναν να επαναστατώ απέναντι στην άδικη επιλογή του θανάτου νέων ανθρώπων.

Ζώντας όμως με αυτούς τους ανθρώπους και βιώνοντας το μεγαλείο της αντοχής των περισσοτέρων εξ αυτών, άρχισα να θαυμάζω τη ζωή μέσα από το θάνατο!

Ο υπέρτατος πόνος από την απώλεια λατρεμένου ανθρώπου, του αδελφού μου, μ΄έκαναν να κατανοήσω ότι ο θάνατος, η αθανασία, η αιωνιότητα – λέξεις με τόσο ειδικό νόημα – δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εμπειρία μέσα στο χρόνο. Η αίσθηση του χρόνου αλλάζει διαστάσεις και γίνεται η στιγμή του Οδυσσέα Ελύτη, η “χωρητικότητα της στιγμής”!!

Μέσα στο στρόβιλο, στο στραφτάλισμα του στιγμιαίου.
Όταν οι λαμπερές στιγμές φτάνουν στον παροξυσμό, το ανθρώπινο ον καταλαμβάνεται από την αίσθηση του ακαιρικού και η στιγμή γίνεται: Αιμάτινη στιγμή Που αχρηστεύει το θάνατο…

Οδ. Ελύτη “Προσανατολισμοί”

Αθήνα, Νοέμβριος 1999

Αθηνά Ν. Βαδαλούκα

*Η Αθηνά Βαδαλούκα είναι καθηγήτρια Αναισθησιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της ΠΑΡΗΣΥΑ, μέλος σε Δ.Σ διεθνών οργανισμών για τον Πόνο μα κυρίως, είναι ιάτωρ. Το κείμενο είναι από τον πρόλογο του βιβλίου της “Ανακουφιστική και Συμπτωματική Αγωγή Ασθενών Τελικού Σταδίου – Ένα όραμα στο κατώφλι της νέας χιλιετηρίδας.”